• Κωνσταντίνα Μαρκόγλου

Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας

Updated: Sep 19

Ένα όνομα, μια στάση μετρό.. ή μήπως και κάτι παραπάνω;


Επισκεπτόμαστε το κλειστό -στο ευρύ κοινό- Μέγαρο της Sophie de Marbois-Lebrun και ερχόμαστε σε επαφή με «κάτι πολύ παραπάνω».

Η ιστορία της Δούκισσας στην Ελλάδα ξεκινά μαζί με τα πρώτα βήματα του νεοσύστατου κράτους, και συνοδεύεται από χαρακτηρισμούς που την ήθελαν «παράξενη» έως και τρελή. Μένοντας ωστόσο στα θετικά της στοιχεία, θα λέγαμε σήμερα πως απλά διέφερε των άλλων γυναικών της εποχής, μιας και ήταν αρκετά χειραφετημένη, μορφωμένη, δραστήρια, εύπορη και ζούσε μακριά από τον εν διαστάσει σύζυγό της.


Η ίδια πρόσφερε πολλά τόσο στη δομημένη, όσο και στην -άθελά της- άυλη πολιτιστική κληρονομιά, καθώς ταυτίστηκε με μια σειρά κτηρίων και μυθευμάτων για την ερωτική και μυστήρια ζωή της. Η πιο γνωστή και συνάμα λαθεμένη ιστορία τη θέλει να διατηρεί ερωτική σχέση με τον λήσταρχο Χρήστο Νταβέλη και μάλιστα οι δύο τους να δημιουργούν υπόγειες στοές που επικοινωνούσαν το Καστέλο με τη σπηλιά του Νταβέλη. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, καθώς όταν η Δούκισσα έφυγε από τη ζωή, ο Νταβέλης ήταν μικρός σε ηλικία και δεν είχε καν βρεθεί στην περιοχή.


Επειδή όμως οι λήσταρχοι τότε πρέπει να ήταν οι φαντασιακοί πρωταγωνιστές στο διαχρονικό ερωτικό δίπολο τύπου «Λαίδη και Αλήτης», «Εραστής Δυτικών Προαστίων» κ.λπ., η απαγωγή της πλούσιας Δούκισσας από τον λήσταρχο Σπύρο Μπίμπιση (1846), φούντωσε ακόμα περισσότερο τις φήμες για έναν νέο έρωτα, αυτή την φορά με τον απαγωγέα της.


Αφήνοντας τους θρύλους για τους/-ις εξειδικευμένους/-ες λαογράφους, εμείς θα προχωρήσουμε, στην επίσκεψη στο πολιτιστικό κληροδότημα του Μεγάρου, επί της οδού Λόρδου Βύρωνος 3, στην Πεντέλη.

 

20 Μαΐου 2022, ώρα 13:10.

Ο φύλακας, κύριος Γιάννης, μου ανοίγει την κλειδωμένη πόρτα και το τρίξιμο από τις αλυσίδες του λουκέτου ηχεί σαν αντίστροφη μέτρηση για όσα πρόκειται να δω και να απαθανατίσω.


Τα επόμενα κλειδιά εφαρμόζουν στην κύρια είσοδο του ιστορικού κτηρίου. Η πόρτα τοποθετείται ανάμεσα σε δύο πύργους (κλιμακοστάσια), στο βάθος μιας ανοικτής θολωτής στοάς, η οποία παρουσιάζει, εξωτερικά, πεσσούς οκταγωνικής διατομής. Οι τελευταίοι στηρίζονται σε τετραγωνική βάση και πάνω τους σχηματίζονται ελεύθερα γοτθικά τόξα.


Τα ανοίγματα που δημιουργούν οι άξονες φέρουν παράθυρα τόσο στο ισόγειο, με εξαίρεση την κεντρική είσοδο, όσο και στον άνω όροφο, παρότι τα παράθυρα εκεί είναι μικρότερα από αυτά του ισογείου. Τα παράθυρα σχηματίζουν οξυκόρυφο τύπο (επιρροές από το ιταλο-γοτθικό στιλ εκκλησιαστικών κτηρίων), με εξαίρεση τον δεύτερο όροφο οπού αντικαταστάθηκαν με τρεις στενές παράλληλες σχισμές.


Η αρχιτεκτονική σφραγίδα του κτηρίου δεν είναι ξεκάθαρη, ωστόσο σε δημοσίευμα της δόκτορος Όλγας Φουντουλάκη (2009) μας γίνεται γνωστό ένα άρθρο του André Couchaud, στο οποίο αποκαλύπτει οτι τα σχέδια του Μεγάρου ήταν δικά του και μετά την έναρξη της κατασκευής (1840), τη δουλειά και αρχιτεκτονική εποπτεία συνέχισαν Βαυαροί και Έλληνες αρχιτέκτονες, εκ των οποίων και ο Σταμάτης Κλεάνθης. Παρόλα αυτά, οι Δημήτριος Καμπούρογλου και Κώστας Μπίρης υποστηρίζουν οτι αρχιτέκτονας όλων των κτηρίων της Δούκισσας ήταν ο Σταμάτης Κλεάνθης, πράγμα το οποίο με βρίσκει σύμφωνη, λόγω της ομοιότητάς του με το σίγουρα δικό του αρχιτεκτονικό πρόγραμμα της Βίλας Ιλίσια (σημερινό Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο).


Σε όποιον και αν ανήκει η σχεδιαστική ιδέα, το βέβαιο είναι πως η συμμετρία, τα υλικά (πεντελικό μάρμαρο), οι τεχνοτροπίες και οι αρχιτεκτονικές επιρροές της εποχής παρουσιάζουν ένα σύνολο που κατάφερε να παντρέψει με επιτυχία τον γοτθικό ρυθμό με την κλασικιστική αρμονία, κάνοντας το Μέγαρο της Δούκισσας ένα εξαιρετικό δείγμα του ελληνικού ρομαντισμού που έγινε γνωστό σε όλον τον κόσμο μέσα από επιστολικό δελτάριο του 1880.

Επιστολικό δελτάριο από τη Συλλογή του Αλεξάνδρου Μπαλτατζή. © Φουντουλάκη, 2009.

Σπρώχνοντας την ξύλινη πόρτα, περνάμε σε έναν άλλο χωροχρόνο. Ο λόγος σε αυτή τη μετάβαση απαντάται με τον θάνατο της Δούκισσας (1854), ο οποίος άφησε ημιτελή τη θερινή της κατοικία. Ένας θρύλος μάλιστα λέει, πως μια τσιγγάνα μάγισσα είχε πει στην Δούκισσα οτι αν ολοκληρώσει ή βάλει στέγη στο Μέγαρο, τότε θα πεθάνει.


Ότι κι αν ισχύει τελικά, εμείς μπαίνοντας στο εσωτερικό του κτηρίου, ερχόμαστε σε επαφή με μεταγενέστερες παρεμβάσεις, έπειτα από σειρά αναγκών για εκδηλώσεις εντός και εκτός του χώρου: δυο πιάνα, πολυέλαιοι (σιγά..), καβαλέτα, μαρμάρινα τζάκια, καθρέφτες που ντύνουν ολόκληρους τοίχους και λοιπά ξύλινα έπιπλα. Δεν λείπουν φυσικά από τον χώρο και λειτουργικές εγκαταστάσεις, όπως καλοριφέρ, κουζινάκι κ.α.


Συνεχίζοντας την περιήγηση, ανεβαίνουμε τη νεοκλασικού τύπου σκάλα για να βρεθούμε στον πρώτο όροφο...


Εκεί, συνειδητοποιούμε πως τελικά οι προσθήκες τόσο στο ισόγειο, όσο και στους υπόλοιπους ορόφους είναι πιστές στο ρομαντικό πνεύμα της δημιουργού εποχής του κτηρίου.


Εν αντιθέσει με το ισόγειο, τα δυο παραπάνω επίπεδα μοιάζουν περισσότερο εγκαταλελειμμένα και απεριποίητα. Σπασμένα πατώματα, φουσκωμένες ξύλινες σανίδες, ξεφλουδισμένοι τοίχοι και σπασμένα τζάμια στο έλεος περαιτέρω φυσικών καταστροφών από ακραίες καιρικές συνθήκες ή ζωικούς επισκέπτες.


Παρότι μια τέτοια εικόνα σίγουρα δεν σου δημιουργεί όμορφα συναισθήματα, την κατάσταση εξομαλύνει το μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου, με μια θέα που σε κάνει να ταξιδεύεις σε άλλη εποχή και να αντιλαμβάνεσαι την όμορφη συνύπαρξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.


Με αυτή την κάπως λογοτεχνική διάθεση, σκέφτομαι πως τελικά η ιστορία του κτηρίου από την αρχή ως το τέλος της, μοιάζει με τον βίο της ίδιας της Δούκισσας.


Μιας προσωπικότητας, όπου ομοίως με την αρχιτεκτονική του κτηρίου είχε ιδιαιτερότητες και μοναδικό αποτύπωμα στην περιοχή, ενώ μετά τον πρόωρο θάνατο της κόρης της, Caroline-Elisa (1804-1837), η ζωή της ξεφλούδισε σαν τους τοίχους του Μεγάρου, με ένα τέλος που έμελλε να αφήσει την κατασκευή στη λήθη, όπως και η ίδια αφέθηκε μετά τη πυρκαγιά του 1947 και την αποτέφρωση της σορού της Ελίζας, την οποία φύλαγε στην αθηναϊκή της κατοικία...

- Και μετά τον θάνατό της;


Το κτήριο λέγεται πως λειτούργησε ως θερινή κατοικία του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, ενώ το 1951 το Μέγαρο χαρακτηρίστηκε ως Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο

(9718/304/26.2.1951, ΦΕΚ 42/Β'/7.3.1951).


Μετά από 8 χρόνια εντάχθηκε στα οικοδομήματα «Περί προστασίας ειδικής Κατηγορίας Οικοδομημάτων και έργων τέχνης μεταγενέστερων του 1830», σύμφωνα με τον ν. 29776/307/10.3.1959. και στις αρχές του 21ου αι., παραχωρήθηκε δίχως αντάλλαγμα στον Δήμο Πεντέλης, για χρονικό διάστημα δέκα ετών, με σκοπό την ανάδειξη και λειτουργικότητα του αρχιτεκτονήματος και τη χρήση αυτού ως χώρος πολιτιστικών και συναφών εκδηλώσεων (Τ/1180/03.04.2000 ΚΥΑΤ).


Το 2010 και παρά τα αιτήματα του Δήμου Πεντέλης, το ακίνητο δεν περιελήφθη στα 83 ακίνητα οπού παραχωρούνταν χωρίς αντάλλαγμα σε Δήμους με το άρθρο 36 του ν.4049/2012 (ΦΕΚ Α’/35/23.2.2012) και έτσι η επανάχρηση του εν λόγω μνημείου πλέον γίνεται μόνο σε ειδικές εκδηλώσεις.


Και αυτό είναι το Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας...

Ένα κτήριο φορτισμένο με μυθεύματα, ιστορικά τεκμήρια, αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες και τοπική αξία, το οποίο δυστυχώς δεν αξιοποιείται και δεν προστατεύεται όπως θα έπρεπε. Φταίει η κρατική διαχείριση των μνημείων και χώρων πολιτισμού; ο Δήμος; οι νόμοι; Ίσως ένα κράμα αυτών των φορέων!


Με μικρές ή και μεγαλύτερες πρωτοβουλίες, συνεργασίες και καινοτομίες, ίσως όλοι αυτοί σε συνεργασία με την τοπική κοινότητα και τις μνήμες της στον χώρο, να μπορούν να δώσουν απαντήσεις, λύσεις και μια βιώσιμη πολιτιστική νέα εποχή στην ταυτότητα της Πεντέλης και του βορείου τομέα Αττικής.



 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


Γκότσης, Σ. (2010-11). Δούκισσα της Πλακεντίας: η πρόσληψη του ανοίκειου και η διαχρονική περιπέτεια ενός θρύλου. Κατάλογος Έκθεσης «Δούκισσα της Πλακεντίας η ιστορία που γέννησε τον μύθο.»


Φουντουλάκη Ο. (2009). André Couchaud, ο αρχιτέκτων του Καστέλου της Ροδοδάφνης. Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, τ 112.


Απάντηση στη με αριθμό πρωτοκόλλου 6181/14.06.2016 Ερώτηση με θέμα «Παραχώρηση κυριότητας του Μεγάρου Δουκίσσης Πλακεντίας στο Δήμο Πεντέλης» ⮕ Δείτε το ακριβές αντίγραφο, πατώντας εδω!





Η αναδημοσίευση εικόνων ή αποσπασμάτων του blog θα πρέπει να τηρεί την προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού βάσει του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, με σχετική αναφορά ή άδεια. Ευχαριστώ πολύ για τον σεβασμό στην έρευνα και το σύνολο της δουλειάς μου!




46 views0 comments